δάρτης

δάρτης, ου, δ,
A one who flogs, Gloss.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δάρτης — ο (AM δάρτης) [δέρω] αυτός που δέρνει ή μαστιγώνει νεοελλ. 1. γεωργικό εργαλείο με το οποίο χτυπούν τον καρπό τού καλαμποκιού για να αποσπάσουν τους σπόρους από τον ξυλώδη κώνο 2. όργανο με το οποίο αναταράσσεται το γάλα για αποβουτύρωση 3.… …   Dictionary of Greek

  • δάρτης — ο 1. αυτός που δέρνει. 2. ξύλινο όργανο με το οποίο χτυπούν το καλαμπόκι, για να πέσουν οι σπόροι από το κοτσάνι. 3. ξύλο με το οποίο αναταράζουν το γάλα, για να βγάλουν το βούτυρο, γαλαχτήρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δαρτῶν — δάρτης one who flogs masc gen pl δαρτός flayed fem gen pl δαρτός flayed masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέρνω — (AM δέρω Α και δείρω και δαίρω Μ και δέρνω) χτυπώ, μαστιγώνω, ραβδίζω νεοελλ. Ι. 1. χτυπώ, βασανίζω, ταλαιπωρώ («μεριά μάς δέρνει ο θάνατος, μεριά κι ο γενίτσαρος», Δημοτ. Τραγ.) 2. (για υλικά μαγειρικής, γάλα, αβγά κ.λπ.) αναταράσσω, χτυπώ… …   Dictionary of Greek

  • νεοδάρτης — (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ἔδεσμά τι ἀβυρτακῶδες», δηλαδή με αβυρτάκη, δυνατό καρύκευμα από φυτά με έντονη γεύση και οσμή. [ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο) * + δάρτης (< δέρω «γδέρνω»)] …   Dictionary of Greek

  • φιλοδάρτης — ὁ, ΜΑ μοχθηρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + δάρτης «αυτός που δέρνει» (< δέρω)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.